ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο - ΑΚΤΕΣ ( 1 )

 


eriana1.jpg

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ  ΜΥΘIΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
ΤΙΤΛΟΣ: ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
ΚΕΙΜΕΝΟΓΡΑΦΟΣ: ΜΑΙΡΗ ΚΕΡΑΝΗ - ΣΟΦΙΑΝΟΥ
Α΄ ΄Εκδοση: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  -1967-
με ΨΕΥΔΟΝΥΜΟ: ΕΡΙΑΝΑ ΚΡΑΝΗ

ΕΠΑΝΕΚΔΙΔΕΤΑΙ.

Απαγορεύεται η ολική ή μερική αναδημοσίευση των κειμένων,
χωρίς την έγγραφη άδεια της συγγραφέως.
Η ενέργεια, διώκεται ποινικά.

            



    Κεφάλαιο 5ο:  ΑΚΤΕΣ  (1)

 

    

      Είχε υποσχεθεί λίγο πριν ο Αλέκος στη «Ζερμαίν» ,  πως από κείνη τη στιγμή θ’ άρχιζε να γράφετε  το καινούργιο ημερολόγιο της ζωής τους και πως από το  παλιό δεν θα προσπερνούσε ποτέ η θύμηση ότι η Αγνότητα έχει τη δύναμη να περνά απ’ την Κόλαση της ανηθικότητας και αντί να καίγεται μέσα στις φλόγες της, στο πέρασμα της να ψάλετε  Δοξολογία…

     
    Κι εκείνη, το ‘νιωθε απόλυτα, έτσι χωμένη όπως κούρνιαζε στην αγκαλιά του, απαλλαγμένη από τα βάρη του παρελθόντος και απολαμβάνοντας την ήρεμη είσοδο του μέλλοντος..   
   Το τηλέφωνο όμως  χτύπησε και το μήνυμά του φανέρωσε πως η «κόλαση» δεν είχε ακόμα προσπεράσει . Μήπως οι συγκινητικότερες στιγμές τις ζωής της, που έμοιαζαν κάποτε με ουτοπίες μπλεγμένες  στο όνειρό της, τώρα που ήρθε η στιγμή να τις ζήσει, πάλι θα πέταγαν μακριά;  Συνήθως, όταν  μια ανθρώπινη ύπαρξη, αντιμετωπίζει τέτοια γεγονότα, το λιγότερο που μπορεί να πάθει είναι το χάσιμο της αίσθησης του εαυτού της. ΄Ηταν λοιπόν επόμενο να δημιουργηθούν κενά μέσα στην ατμόσφαιρα του ψυχικού της κόσμου και τα κενά  να επιβάλλουν έναν νέο ανεμοστρόβιλο μέσα σ’ ολόκληρο το είναι της. Το ύφος του Αλέκου  ήρθε να μεταβάλει τον ανεμοστρόβιλο σε εκρηκτική ύλη με τη θρυαλλίδα αναμμένη στο άλλο άκρο του σύρματος που συνδεόταν με το δυναμίτη.

   
   Το ρεύμα  πυροδότησε η άγνοια που την τύλιξε μέσα στην αγωνία για τη ζωή της μητέρας της. Τι να συνέβαινε άραγε; Το ότι κάτι συνέβαινε, δεν ήταν δύσκολο να το υποψιαστεί.  Το ύφος του Αλέκου το ομολογούσε και το τηλεφώνημα ήταν το σπίρτο που άναψε τη θρυαλλίδα. Ο Αλέκος της μιλούσε αόριστα και φαίνεται πως περίμενε κάτι, που ασφαλώς δεν επιθυμούσε να περιμένει. Μήπως περίμενε  το αποτέλεσμα  της έκρηξης με καρδιοχτύπι; 

     
    Λίγα λεπτά, όμως, πιο μπροστά τη διαβεβαίωνε, ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί και ότι η μητέρα της θα βρισκόταν στο σπίτι τους, κοντά στους δικούς του. Ψέματα ήταν; Αδύνατον.  Κάτι λοιπόν είχε συμβεί, που ανέτρεψε τη διαβεβαίωση του Αλέκου. Αλλά τι;   Δίπλα στην προηγούμενη ευτυχία της είχε θρονιαστεί τώρα η αγωνία με τη σύγχυση. Ξανασκέφτηκε το καινούργιο ημερολόγιο, που άνοιξε τις σελίδες του, λίγα μόλις λεπτά πιο μπροστά κι ένιωσε πως κάπως έτσι θα ‘πρεπε ν’ αρχίζει  « Κοντά σ’ εκείνον που μου χάρισε την απέραντη ευτυχία, νιώθω την πιο μεγάλη απόγνωση και ταραχή…»


      Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα,  κι όσο αυτά πλησίαζαν, ρίγη, όχι ανεξήγητα, αλλά απόλυτα δικαιολογημένα, έτρεξαν σ’ όλο της το κορμί. Ξανακοίταξε στα μάτια τον Αλέκο, σαν να ζητούσε κάποια βοήθεια. Όχι βοήθεια, λάθος! Δεν κινδύνευε, δεν ζητούσε   σανίδα, αλλά ενίσχυση, κάποια λίγη δύναμη, για να μην χάσει τον εαυτό της…


    Στριμώχτηκε κοντά του, σαν μικρή παιδούλα στην αγκαλιά της μάνας. Σε δευτερόλεπτα μέσα τα βήματα  και οι ανακατεμένες κουβέντες που ακούγονταν τώρα ευκρινέστατα θα μεταβάλλονταν σε πρόσωπα μπροστά στο τρυφερό γνωστό άγνωστο,  στο οποίο έπρεπε να μιλήσει ή να σωπάσει, να χαμογελάσει ή να κλάψει, να χαρεί ή να λυπηθεί, να επικυρώσει τη φανταστική εικόνα ή να μετανιώσει για το σύνολο, εκτός από κάποια εξαίρεση που αποτελούσε τον κανόνα της ζωής της και της καρδιάς της!


   ΄Ενιωσε   το σταθερό χέρι του Αλέκου γύρω από την τρυφερή σάρκα της πλάτης της και τον αριστερό της ώμο να χαϊδεύεται από τα τρυφερά δάχτυλα του, ενώ συγχρόνως τα μάτια του της μιλούσαν, όπως πάντα, για μια βεβαιότητα, ίσως  γι’ αυτόν παρακινδυνευμένη, γι’ αυτήν όμως σίγουρο λιμάνι. Της εξηγούσαν, πως δεν θα ‘πρεπε να δειλιάσει και πως δεν μπορούσε να συμβεί τίποτε πάρα πάνω - πάρα κάτω από εκείνο που είχε συμβεί.


      Στωικό ή Πλατωνικό;  Οτιδήποτε άλλο, εκτός από  φανταστικό. Παράξενη έκφραση και φράση. Αν ψηλαφηθούν  οι χορδές αυτές του είναι μας και ύστερα τεντωθούν  τι  ήχους θα δώσουν;  Θα είναι αρμονία ή ασυναρμολόγητοι ήχοι;  Μήπως είναι η μόνη έκφραση και φάση που περιβάλλει  το κάθε γεγονός της ζωής μας και που είναι η ουσία του κάθε γεγονότος; 


      Η Ζερμαίν, είχε υποσχεθεί στον Αλέκο, λίγο πιο μπροστά, πως τα μάτια της δεν θα δάκρυζαν, αν δεν δάκρυζαν τα δικά του. Δεν του είχε όμως υποσχεθεί πως δεν θα λύγιζε στον πόνο, αν δεν λύγιζε εκείνος!


     Αλλά, πως μπορεί να υπάρξει δάκρυ δίχως πόνο, πόνο χαράς ή πόνο θλίψης; Τρέχουν τα μάτια, όταν μπροστά τους ξεσπάει η θύελλα του βοριά και δεν θα δακρύσουν, όταν μέσα μας ξεσπάει η καταιγίδα της καρδιάς; Μα είναι ανόητο! Εκείνος λύγισε πιο πολύ από εκείνην.

     Τα βήματα σταμάτησαν.  Στην πόρτα,  μια λουλουδένια μικρή αγκαλιά είχε ανοίξει για τη «Ζερμαίν». Η ΄Ερση, σαν άγγελος, είχε ανοίξει τα φτερά της.


-   Αδελφούλα μου… Αδελφούλα μου… ο μπαμπάς!  Η μελωδική φωνή της ΄Ερσης την καλούσε να πέσει στην αγκαλιά της.     Για πρώτη φορά τα χείλη των δυο νεαρών υπάρξεων σφίξανε τόσο συνειδητά! Το αίμα, που κρυφά τόσα χρόνια κυκλοφορούσε στις φλέβες τους και που ζηλότυπα έκρυβε  το μυστικό, ξεπήδησε φανερά πια και η αχνάδα του τις ζέστανε, μιλώντας για κάποια ένωση αδιάλυτη, εμφαντική, εύγλωττη, για μια ιστορία τόσο τραγική,   που όμως στο βάθος της έκρυβε το ψυχικό μεγαλείο των υπάρξεων εκείνων της ζωής που η χαλύβδινη θέληση της ηθικής τις ανεβάζει στα ηρώα των ψυχικών Παρθενώνων.


         Ο ΄Αρης, βρισκόταν στην πόρτα όρθιος, μη τολμώντας να την περάσει και να μπει στο σαλόνι. Την πόρτα που πέρασε κάποτε ένας Φίξφορ με το αγέρωχο θράσος και με την ατιμία της σκέψης, δίστασε να προσπεράσει η αγνότητα του αισθήματος και η θελκτική ανάμνηση. Όλα γύρω του ‘φερναν την εικόνα του τότε, που ήταν αποτυπωμένη στο κάθε αντικείμενο και στο κάθε στολίδι. Ακόμα κι ο αέρας που ανέπνεε! Όλα ήταν δικά της! Εκείνης!... Εκείνης που υπήρξε πάντα η άνοιξη με τα τριαντάφυλλα και τους κισσούς. Κι ακόμα μπροστά του, ένα δροσερό σύμπλεγμα. Δυο αγκαλιασμένα βλαστάρια και τα δυο πονεμένα κι ευτυχισμένα.


     ΄Ανοιξε την αγκαλιά του.  Οι δυο κισσοί πέρασαν μέσα απ’ αυτήν και τα δροσερά τους κλωνάρια σκαρφάλωσαν και σκέπασαν ερειπωμένες αναμνήσεις, αφήνοντας έναν χώρο  ξεσκέπαστο, μιας ιδιαίτερης περιόδου στης ζωή του,  που σ’ αυτόν δεν υπήρχε  ζωή πια παρά μόνο λίγα γιασεμιά, που το άρωμά τους, θα συνόδευε διακριτικά την υπόλοιπη ζωή του. Η Λίλιαν, η ζωή απάνω στις ερειπωμένες αναμνήσεις και η Μελίνα, πνοή! Η «Ζερμαίν» και η ΄Ερση, βλαστάρια δυο λουλουδιών  που ‘χαν τις ρίζες τους μέσα στο ίδιο χώμα. Η πρώτη περνούσε ξαφνιασμένη την πόρτα της ευτυχίας, η δεύτερη ανέβαινε τη σκάλα μιας κάποτε νοσταλγίας που αξιοποιήθηκε σήμερα και έπαιρνε τη μορφή της  ωραιότερες πραγματικότητας. Η μία, άρχιζε να ζει την ευτυχία και η άλλη δοκίμαζε τη νοσταλγική φινέτσα της ζωής… Φαντασία άλλοτε, ρεαλισμός σήμερα και για τα δυο βλαστάρια.

       Δυο δάκρυα, αν κύλησαν από τα μάτια του πατέρα δεν είναι βέβαιο. Ότι όμως κύλισαν απ’ την καρδιά, αυτό είναι χωρίς αμφισβήτηση. Μέσα στην αγκαλιά του  ο ΄Αρης έσφιγγε στοργικά το παρόν με τις δυο μορφές του παρελθόντος. Οι στιγμές επέβαλαν τη σιγή. Όχι  σαν τυχαίο επακολούθημα, αλλά σαν έπαρση πληγωμένων συναισθηματικών αναμνήσεων, που δεν βρίσκουν διέξοδο, παρά μόνο, σε μια ανεξιχνίαστη μυστικοπάθεια που γεννιέται όχι στο σκοτάδι του άγνωστου, αλλά στο φως μιας παράξενης στροφής του τροχού της  Μοίρας!


       Εκείνος, που δεν πόνεσε ποτέ ας κλείσει τις σελίδες αυτές, γιατί του είναι άχρηστες. Όσοι όμως ζήτησαν τη στοργή και δεν ένιωσαν το χάδι της, παρά μόνο το κενό της, δεν θα κλείσουν τα μάτια της ψυχής για ν’ αποφύγουν το φως ή το σκοτάδι της, τη φλόγα ή το σπαραγμό της, αλλά θ’ αφήσουν τον εαυτό τους να πέσει ανάμεσα στο όνειρο και τη σιωπή ή ανάμεσα στον πόνο και στο δάκρυ.


      Υπάρχουν γεγονότα στη ζωή, που τα ζει κανείς κατά κάποιο τρόπο ακαθόριστο, βασανιστικό και πιεστικό. Εκεί χρειάζεται η δύναμη για να αποφασίσει που θα στηρίξει τη σκέψη του.  Πάνω στο υπεράνθρωπο και το φυσικό ή στο φυσικό και ανθρώπινο. Κι εκεί, αρχίζει να αμφιβάλει αν πρόκειται για αίσθημα ή παρωδία αισθήσεως, για ιλαρότητα ή θυμηδία, για όνειρο ή πλαστογραφία ονείρου.


       Ο Αλέκος, έβλεπε και σιωπούσε. Συναισθανόταν και πονούσε. Δεν έκλεισε όμως τις σελίδες. Θέλησε μόνο για μια στιγμή να κλείσει τα μάτια για να κρύψει κάποιο δάκρυ. Δεν τα ‘κλεισε όμως. Δεν τον φόβιζε ούτε το σκοτάδι, ούτε το φως, ούτε το δάκρυ σαν ντροπή, ούτε ο πόνος σαν ευαισθησία. Πέρασαν λίγα λεπτά, μέσα σε μια παγερή σιωπή. Οι καρδιές χτυπούσαν όλες με διάφορο ρυθμό, αλλά έδειχναν την ίδια ώρα. Η ώρα όμως αυτή διάβαινε κι ο χρόνος δεν εννοούσε ν’ αλλάξει το βήμα του, ούτε να το σταματήσει για το τίποτε. Πόσες τέτοιες σιωπές σάρωνε στο διάβα του, πόσες φωτιές άναβε κάθε λεπτό ανάλγητα, σκληρά, με σαρκαστικό μειδίαμα ή με λικνιστικό χαμόγελο! Πόσες! Είναι γελοίος ή υπέροχος; Θερμός από τις φλόγες ή δροσερός σαν την άνοιξη;

Μάταιες ερωτήσεις!

*


     Ευγενική, όπως πάντα, με την πραγματική έννοια και όχι με οξύμωρα σχήματα που καλύπτουν αδυναμίες προσώπων,(με τη λεπτότητα και τη γλυκύτητα που τη χαρακτήριζε,)  η Νάντια, η μητέρα του Αλέκου, ήταν το επόμενο βήμα του χρόνου, που μετρήθηκε σε λίγα λεπτά. ΄Αλλαξε την παθητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα και έδωσε μια καινούργια ανάσα μέσα στις καρδιές με βοηθό της το μπάρμπα - Θωμά, που τα δάκρυά του ύγραιναν τα θολά του μάτια. Οι ματιές της άγγιξαν  όλα τα πρόσωπα μα η αγκαλιά της άνοιξε για τη «Ζερμαίν».  Τη φιλούσε, τη φιλούσε, την έσφιγγε όσο πιο τρυφερά μπορούσε!


-   Κοριτσάκι μου, χρυσό μου παιδί! Πόσο υπέφερες κορούλα μου! Τώρα, πάνε πια, όλα πέρασαν γλυκό μου κορίτσι… Δεν υπάρχει δυστυχία, ούτε δυστυχισμένες συμπτώσεις, ούτε συμφορές… 
   Πρόσεξε η Νάντια την ομορφιά της Ζερμαίν, που γινόταν ακόμα πιο φινετσάτη απ’ τη χλομάδα πού ‘χε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της τονώνοντας την αντίθεση με  τα κατακόκκινα χείλη της. Δεν μπόρεσε  να κρύψει το θαυμασμό της και τα μάτια της αντάμωσαν εκείνα του πατέρα, που μαρτύραγαν τόσα… μα τόσα πολλά!..
 Προσέχοντας τις ισορροπίες  ανάμεσα στις δυο αδελφές,  έκανε δυο βήματα και κοιτώντας ακόμα στα μάτια τον ΄Αρη, αγκάλιασε την ΄Ερση, ρωτώντας τον:


- ΄Αρη μου, εξήγησέ μου,  με ποιό τρόπο μοίρασες την ομορφιά και στα δυο χαριτωμένα  κορίτσια σου; 
     Η ΄Ερση, που για λίγο, παρά το χαρακτήρα της,  είχε παρασυρθεί από το προηγούμενο συναισθηματικό κλίμα επανήλθε και με το χαρούμενο - χαριτωμένο στυλ της, με μια απρόσμενη κίνηση βρέθηκε  δίπλα στη «Ζερμαίν».


- Λάθος κάνετε θεία μου,  είπε. Η αδελφούλα μου είναι πιο ψηλή από μένα… για κοιτάξτε μας!

   Αυτό βρήκε να πει κι αυτό πέταξε συνοδεύοντας τη φράση της με το κρυστάλλινο γέλιο της, που έδιωξε το βάρος της συναισθηματικότητας. Η μπόρα  είχε περάσει. Τώρα μπροστά τους ήταν το παρόν. Κι όταν ο Αλέκος έσφιγγε το χέρι του καθηγητή του και πατέρα του πια, η Νάντια, μ’ όλο το θάρρος της μητέρας, αγκάλιασε τη νυφούλα της και την ΄Ερση και γυρνώντας  προς τους δυο άντρες, είπε.

-   Τώρα, εσείς πέστε τα. Εγώ θα πάω με τα κορίτσια να δω το σπίτι και να τα πούμε…

΄Υστερα, απότομα στράφηκε στη  «Ζερμαίν».

-   Χρυσό μου παιδί, με συγχωρείς!... Τόση ώρα φλυαρώ και δεν σου μίλησα για τη μαμά σου. Αλλά φαντάζομαι πως σου ‘δώσαμε να καταλάβεις, πως δεν πρέπει  καθόλου ν’ ανησυχείς. Είναι πολύ καλά. Ένα μικροατυχηματάκι, από κείνα που συμβαίνουν με τα αυτοκίνητα. Με πιστεύεις χρυσό μου; άλλωστε μπορεί να στο βεβαιώσει κι ο πατέρας σου. ΄Ετσι, ΄Αρη;

     Η «Ζερμαίν» δεν πίεσε τον εαυτό της για να πιστέψει. Πρόφερε μονάχα δειλά.

-   Ευχαριστώ, μητέρα… Δεν αμφιβάλω καθόλου!


     Κοίταξε με το πρώτο γλυκό βλέμμα τον πατέρα της. Δεν μπορούσε όμως να πει τίποτε. Μόνο που η χλομάδα εξαφανίστηκε και το κόκκινο χρώμα έβαψε το προσωπάκι της… ΄Ηταν η πρώτη ματιά με συνείδηση της πραγματικότητας. Χτυποκάρδι και πόνος δεν υπήρχε, παρά μόνο χαρά …  

    ΄Ετσι άρχισε η καινούργια ζωή!


        Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά, όταν ο πατέρας Θεοφίλου έκανε τη γνωριμία της «Ζερμαίν». Ακόμη αργότερα, μετά τα μεσάνυχτα, ήταν μαζί τους και ο κύριος Βαλέρης. Το περιβάλλον, θερμό και ευχάριστο. ΄Εφαγαν όλοι μαζί και το   μενού ήταν επιλογή του Αλέκου και των δυο κοριτσιών, που έσπευσαν  να προμηθευτούν τα απαραίτητα, για να περιποιηθούν ιδιαίτερα τον κ. Βαλέρη που υπήρξε μοχλός και  στυλοβάτης των περιστάσεων.   


   Οι αλλεπάλληλες συμφορές έκλεισαν τώρα τον κύκλο τους. Η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, έμοιαζε με νεανική αλκή, θελκτική και γοητευτική. Δεν υπήρχε πια ούτε δέος, ούτε άγχος. Οι συναισθηματισμοί περιορίστηκαν στις φυσιολογικές τους διαστάσεις και οι συγκινήσεις παρέδωσαν τα κλειδιά στις ώρες που έφευγαν μακριά, αργά - αργά αλυσοδεμένες η μια με την άλλη και χαμογελούσαν… μόνο χαμογελούσαν… ΄Ηταν καιρός!

Επόμενο: Κοντά  στην  αναίσθητη  ακόμη Λίλιαν ο Βαλέρης και ο Πέτρος Θεοφίλου προσπαθούν να της παράσχουν την καλύτερη δυνατόν άνεση στο Νοσοκομείο. Και όταν ο Θεοφίλου φεύγει, ο Βαλέρης υποδέχεται το ξύπνημα της Λίλιαν  με...



Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 2607

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 2406

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 2073

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα